Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Η Ιστορία των Τηλεπικοινωνιών


Η λέξη τηλεπικοινωνία προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό επίρρημα τηλέ- που σημαίνει μακριά/από απόσταση και το ρήμα κοινωνώ που σημαίνει μετέχω , έρχομαι σε επαφή.

       Η έμφυτη ανάγκη του ανθρώπου για επικοινωνία τον οδήγησε στην αξιοποίηση της τεχνολογίας , με ιδιαίτερα ευρηματικό τρόπο, προκειμένου να εξαλείψει την απόσταση και να πετύχει τρόπους απομακρυσμένης επικοινωνίας. Μάλιστα σε κάθε ιστορική περίοδο το πολιτιστικό επίπεδο προσδιορίζονταν και από μια ανάλογης στάθμης ικανότητα για  διεξαγωγή  γρήγορης  και αξιόπιστης επικοινωνίας. Δείκτης δηλαδή οικονομικής και κοινωνικής εξέλιξης κάθε χώρας , στο παρελθόν και στο σύγχρονο κόσμο , είναι τα επίπεδα της τηλεπικοινωνίας που αυτή διαθέτει.
      Σε κάθε εποχή παρατηρήθηκε  η τάση για βελτιστοποίηση των τηλεπικοινωνιακών μέσων. Σίγουρα, επανάσταση έφερε η γραφή, η τυπογραφία και  η εκμετάλλευση του ηλεκτρισμού που μας έδωσε τον τηλέγραφο και το τηλέφωνο αλλά και η βελτίωση των μέσων μεταφοράς. Ποτέ όμως στο παρελθόν, με την εξέλιξη της Πληροφορικής και με τις νέες τεχνολογίες , ο άνθρωπος δεν είχε την δυνατότητα να βρεθεί σε παγκόσμια κλίμακα τόσο κοντά και με τόσες πολλές επικοινωνιακές δυνατότητες . Ποτέ ξανά ο πολιτισμός δεν συνδεόταν σε τέτοιο καθοριστικό βαθμό με κάποια νέα τεχνική επικοινωνίας. Σήμερα κυριαρχεί η πληροφορία και η ελεύθερη διακίνισή της , με φορέα έναν τηλεπικοινωνιακό κορμό που απλώνεται με το Διαδύκτιο , τις μεταφόρες και τις δορυφορικές επικοινωνίες σε όλη τη γη. Αναπόφευχτα λοιπόν οδηγούμαστε προς μια πορεία συνεχής αναβάθμισης των τηλεπικοινωνιακών δικτύων, προκειμένου να ανταποκριθούν στην ολοένα και μαζικότερη ένταξη των τοπικών κοινωνιών σε μία διεθνή, οδηγούμαστε δηλαδή στην αποκαλούμενη   παγκοσμιοποίηση . Ερωτήματα , όπως είναι το άτομο έτοιμο και ώριμο για μια νέα μορφή κοινωνίας ; ή ακόμα είναι και η τεχνολογία έτοιμη να αντεπεξέλθει σ’ αυτές τις αναζητήσεις ; είναι ακόμα σε βαθιά διερεύνηση.
           Σε αυτόν τον πρωτόγνωρο ιστορικά και κοινωνικά προσανατολισμό του ανθρώπου είναι ουσιαστικό να καταγραφεί η θέση , η προσφορά και οι προοπτικές των Ελλήνων στο πέρασμα των χιλιετίων . 
 
 
Η τηλεπικοινωνία στην Αρχαία Ελλάδα
                                                                              
 
 Ίριδα  ήταν κατά την μυθολογία η πρώτη ουράνια αγγελιαφόρισσα μεταξύ των θεών του Ολύμπου και των ανθρώπων. Αργότερα η Ίριδα παραμερίστηκε από τον Ερμή, με τα φτερωτά πέδιλα και το φτερωτό κράνος του ,στον οποίο ο Δίας είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. [Στυλιάδης] Με αυτά τα στοιχεία κατανοούμε πως οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν την ανάγκη για απομακρυσμένη επικοινωνία αυτονοήτη. Όλα τα σημαντικά γεγονότα , όλες οι καθοριστικές ιστορικές στιγμές των αρχαίων χρωστούσαν την εξέλιξή τους σε κάποιας μορφής επιτυχημένη τηλεπικοινωνιακή παρέμβαση. Η πληροφορία για τις κινήσεις του εχθρικού στρατού , η έγκυρη ενημέρωση για σημαντικά γεγονότα είχαν ως φορέα κάποιον αγγελιαφόρο πεζό ή έφιππο. Φημισμένος είναι ο    μαραθωνοδρόμος Φιλιππίδης(κατά τον Λουκιανό) , που μετέφερε στην Αθήνα το μήνυμα της νίκης στο Μαραθώνα(490 π.Χ.) διασχίζοντας τρέχοντας μια απόσταση 39 χιλιομέτρων . Στους αγγελιαφόρους ανήκαν και οι ημεροδρόμοι(όπως  ο Ταλθύβιος , ο αγγελιαφόρος του Αγαμέμνωνα)  που εν καιρώ πολέμου μετέφεραν στρατιωτικά μηνύματα και εντολές είτε προφορικά , είτε κωδικοποιημένα.

 
 Οι Σπαρτιάτες  εισήγαγαν στην επικοινωνία την τέχνη της κρυπτογράφησης. Η κρυπτογράφηση της  κυλινδρικής λακεδαιμονικής σκυτάλης(Πλούταρχος 7ο π.Χ. αιώνα) κάνει χρήση ενός κυλίνδρου(σκυτάλη) πάνω στον οποίο τυλίγεται μια περγαμηνή. Το μήνυμα γράφεται εγκάρσια πάνω στην τυλιγμένη περγαμηνή και μεταφέρεται ξετυλιγμένο και άρα κωδικοποιημένο. Ο παραλήπτης για να διαβάσει το μήνυμα , έπρεπε να τυλίξει με τον κατάλληλο τρόπο την περγαμήνη σε σκυτάλη ίδιας διαμέτρου.
        
Για την τηλεμετάδοση σημάτων οι Αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποίησαν οπτικά μέσα (οπτικός τηλέγραφος). Η επικράτηση και επέκταση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού , θα λέγαμε , χρωστάει πολλά στο καλά οργανωμένο επικοινωνιακό δίκτυο ανά τον Ελλαδικό χώρο. Το δίκτυο αυτό , το δίκτυο των Φρυκτωριών, εκμετταλευόμενο τα νησιά του Αιγαίου και την ορεινή μορφολογία της περιοχής,  χρησιμοποιεί την φωτιά και έναν κώδικα αναπαράστασης γραμμάτων για την μετάδοση μηνυμάτων σε πολλά χιλιόμετρα(≈130). Στην ουσία μιλάμε για την προϊστορία του τηλέγραφου.     
Οι πρώτες  φρυκτωρίες ή φρυκτώρια θεωρούνται κατά πολλούς οι  Ηράκλειες στήλες(Γιβραλτάρ). [Λάζος , εγκυκλοπαίδειες Ελευθερουδάκη ] Αυτές οι στήλες ήταν σημάδι για το τέρμα των δύο ηπείρων και για την Πύλη του ωκεανού ή την Τηλέπυλο όπως την ονομάζει ο Όμηρος. 
Τις φρυκτωρίες χρησιμοποίησε αρχικά ο μηκυναϊκός πολιτισμός. Οι Μακεδόνες  εδραίωσαν το αχανές βασίλειο τους κάνοντας χρήση και επεκτείνοντας τα δίκτυα των φρυκτωριών στα βάθη της Ασίας. Η  Ρωμαική αυτοκρατορία μάλιστα θεωρούσε πρωταρχική την εγκαθίδρυση πυκνών φρυκτωριών αλλά κατέρρευσε όταν αυτές καταστράφηκαν.
Αξίζει να σημειωθεί  πως οι θέσεις και οι προσανατολισμοί των δικτύων των φρυκτωριών τουλάχιστον στον ελλαδικό χώρο  συμπίπτουν και με τις θέσεις που βρίσκονται οι σημερινοί τηλεπικοινωνιακοί αναμεταδότες.                        
[Στυλιάδης]Εκτός όμως από την χρήση της φωτιάς οι αρχαίοι εκμεταλεύτηκαν και τον ήλιο. Συγκεκριμένα οι Πέρσες είχαν οργανώσει μυστικό δίκτυο στην κορυφή της Πεντέλης σε συνεργασία με τους οπαδούς του Ιππία χρησιμοποιώντας  γυαλιστερές ασπίδες που αντανακλούσαν τον ήλιο. Ο τρόπος αυτός επικοινωνίας γρήγορα επεκτάθηκε και ονομάστηκε ηλιογράφος καλύπτοντας αποστάσεις των 40 με 140 χιλιομέτρων ανάλογα με την ορατότητα.
Συνδιάζοντας τα δύο αυτά συστήματα οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν συνήθως φωτιές(φρυκτωρίες) την νύχτα και την ημέρα οπτικό τηλέγραφο με σημαίες και καπνό ή μεγάλες ασπίδες για την αντανάκλαση των ηλιακών ακτίνων. Παράλληλα διατηρούσαν και ένα απλωμένο δίκτυο από ταχυδρόμους και ταχυδρομικά περιστέρια για την αποστολή γραπτών μηνυμάτων.

Η ανάγκη όμως για ακριβέστερο κώδικα επικοινωνίας οδήγησε τους αρχαίους τεχνικούς στην επινόηση και άλλων μεθόδων επικοινωνίας.  Έτσι γύρω στα 330 π.Χ. ο Αινείας ο  Τακτικός[έργο του Πολιορκητικά/κατά Πολύβιο] εφηύρε τον υδραυλικό τηλέγραφο. Ο τηλέγραφος αυτός σε γενικές γραμμές αποτελούνταν από ένα δοχείο με νερό και μία βρύση στην βάση του. Εντός του δοχείου ήταν στηριγμένη κάθετα μία ράβδος που κατά μήκος της είχε χαραγμένα μηνύματα ,όπως εμφάνιση πλοίων ή  εχθρικού στρατού . Η επικοινωνία περιλάμβανε δύο απομακρυσμένους τηλέγραφους. Όταν δύο σταθμοί ζητούσαν επικοινωνία ο ένας άνοιγε την βρύση του τηλέγραφού του και την έκλεινε όταν ο απομακρυσμένος σταθμός του έστελνε φωτεινό σήμα τέλους. Η στάθμη του νερού στον τηλέγραφο έδειχνε το κωδικοποιημένο μήνυμα.

Εκτός από τον υδραυλικό τηλέγραφο ο Αινείας πρότεινε και μία άλλη ευφυής μέθοδο μετάδοσης γραπτού κρυπτογραφημένου μηνύματος, περιορισμένης όμως εμβέλειας [Κωδικό μοιρογνωμόνιο του Αινεία κατά Hermann Diels].  Σε κυκλικό δίσκο χαράσσονταν στην περιφέρεια 24 οπές που αντιστοιχούσαν στα γράμματα της αλφαβήτου. Μία έκκεντρη οπή όριζε ακτίνα που αντιστοιχούσε στο γράμμα α. Ο  πομπός φώτιζε την έκκεντρη οπή και την οπή του αντίστοιχου γράμματος , ώστε ο αποδέκτης καταγράφοντας τα γράμματα σχημάτιζε λέξεις και φράσεις.
         Ένα από τα πρωταρχικά συστήματα επικοινωνίας υπήρξε η μετάδωση ήχων. Από την εποχή των Περσικών πολέμων ήταν ήδη γνωστή η χρήση του τηλεβόα(ηχητικό κέρας). Συγκεκριμένα ο ακουστικός τηλέγραφος του Μεγάλου Αλέξανδρου αποτελούνταν από ένα τρίποδο ύψος περίπου τεσσάρων μέτρων , ενωμένο στην κορυφή , από την οποία ξεκινούσε ένα σχοινί που κρατούσε ένα στρόγγυλο ηχητικό κέρας (εικόνα) μεγάλου μεγέθους. Η ανάρτυση ήταν τέτοια που επέτρεπε την κυκλική περιστροφή του κέρατος ώστε το σήμα να πηγαίνει προς όλες τις κατευθύνσεις [Λάζος].
Ένας άλλος τρόπος επικοινωνίας των αρχαίων Ελλήνων είναι και η χρήση πολύχρωμων σημαίων(κατά αναλογία με τον κώδικα επικοινωνίας του σημερινού ναυτικού) στην διάρκεια της ημέρας . Στην ουσία πραγματοποιώταν η μετάδοση προσυμφωνημένων μηνυμάτων , όπως δύο κόκκινα πανιά=κίνδυνος.
Μέσα στην ευρηματικότητα των Ελλήνων για αποστολή μηνυμάτων ξεχωρίζει και η χρησιμοποίηση της κύστης ενός ζώου. Συγκεκριμένα φούσκωναν την κύστη ενός μεγαλόσωμου ζώου πολύ καλά και έγραφαν πάνω της ,με παχιά γράμματα και ανθεκτική μελάνη, το μήνυμα που ήθελαν. Κατόπιν ξεφούσκωναν την κύστη , την έδεναν καλά στην άκρη , την οποία έκοβαν για να είναι ίσια και την τοποθετούσαν για κάλυψη στο πάτο ενός αγγείου το οποίο γέμιζαν με λάδι. Ο παραλήπτης φούσκωνε την κύστη και διάβαζε το μήνυμα(Λήμμα Κρυπτογραφία, Μ.Μ.Ε. Ήλιος ,τόμος ΙΕ΄ , 288-292.). Τέτοιες αποστολές μηνυμάτων περιγράφει ο Ηρόδοτος (Ο Μήδος ο Αστυάγης προς τον Κύρο της Περσίας).
Από τις σημαντικότερες και δημοφιλής  όμως μεθόδους αποστολής μηνυμάτων , κρυπτογραφημένων ή μη, ήταν η χρήση δίπτυχων κερωμένων πινακιδίων. Τα `κεκηρωμένα πινακίδια` είναι γνήσια ελληνική εφεύρεση και θεωρείται η πρωταρχική μορφή των βιβλίων. Τα δίπτυχα  αυτά (εικόνα σελ.73) αποτελούνταν από δύο ισομεγέθεις ξύλινες πινακίδες , διαστάσεων περίπου 20Χ30 εκ. , οι οποίες ήταν ενωμένες με κάποιο είδος άρθρωσης.  Στην εσωτερική πλευρά των πινακιδίων έσκαβαν ελαφρά την επιφάνεια , αφήνοντας γύρω γύρω ένα πλαίσιο. Μέσα στην σκαμμένη επιφάνεια έστρωναν λιωμένο κερί(μάλθη χρώματος σκούρο μπλε) , πάνω στο οποίο έγραφαν το μήνυμα. Πάνω στο λειασμένο κερί έγραφαν  το μήνυμα με το κέστρο ή  στύλο , γραφίδα που η μία άκρη της ήταν μυτερή (στύλος) για να γράφει κανείς , ενώ η άλλη πλατιά (κέστρο) για  να σβήνει.
Κατά την Αλεξανδρινή εποχή οι τεχνικοί Κλεοξένης και Δημόκλειτος βελτίωσαν τον οπτικό τηλέγραφο και επινόησαν το 150 π.Χ. περίπου (Πολύβιος/Ιστορία Χ) τις πυρσείες. Οι πυρσίες χρησιμοποιούσαν τις φρυκτωρίες και τον υδραυλικό τηλέγραφο του Αινεία και έκαναν χρήση  μεθόδου μετάδοσης σήματος  που αποτέλεσε τον πρόδρομο του κώδικα Μορς και της ψηφιακής λογικής .[Στυλιάδης] Η εμβέλεια αυτού του τρόπου επικοινωνίας αποδείχθηκε στην πράξη ότι έφθανε μέχρι και τα 30 χιλιόμετρα. Η κατασκευή του συστήματος των πυρσείων περιλαμβάνει δύο τοίχους που μοιάζουν με πολεμίστρες , με έξι εσοχές και πέντε κοιλότητες. Η κάθε κοιλότητα ήταν  πλάτους ενός μέτρου και διέθετε μία  πυρσεία(πυρσό) . Από την οπτική γωνία του δέκτη ο αριστερός τοίχος αντοιστιχούσε στην σειρά και ο δεξιός στη στήλη των γραμμάτων.(ΕΙΚΟΝΑ). Το σύστημα αυτό χώριζε το αλφάβητο σε πέντε σειρές(ομάδες) και σε πέντε στήλες κατά την κάτωθι διάταξη.
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
 
Σχηματική αντιστοιχία των γραμμάτων της ελληνικής αλφαβήτου με τις σειρές και στήλες του οπτικού τηλέγραφου .
 
Για να μεταδωθεί π.χ. το γράμμα Ξ έπρεπε να ανάψουν στον πρώτο τοίχο 4 πυρσοί και στον δεύτερο τοίχο 3 πυρσοί(τέταρτη στήλη και τρίτη γραμμή). Οι πυρσοί είχαν επάλειψη ρετσινιού ή ακάθαρτου πετρελαίου, που ήταν γνωστό από την τοποθεσία Κερί της Ζακύνθου από όπου και σήμερα αναβλύζει. Ο Αισχύλος μάλιστα αναφέρεται χαρακτηριστικά στο ‘άγγαρο πυρ’(άσβεστο πυρ) των φρυκτωριών. Ο Πολύβιος εγκωμιάζει αυτόν τον κώδικα επικοινωνίας για την ακρίβεια και απλότητα που παρήχε. 


 
 

Στο  Βυζάντιο ( 450 μ.Χ) οι φρυκτωρίες αντικαθίστανται από τις καμινοβίγλες ή καμινοβιγλάτορες(κάμινος-χώρος καύσης και βίγλα-παρατηρητήριο) με τις οποίες αυξήθηκαν η ευκρίνεια και η εμβέλεια του σήματος προσθέτοντας και καθρέφτες.
Το βυζαντινό αυτό σύστημα επικονωνίας απλωνόταν μέχρι την Ταρσό της Μικράς Ασίας , καλύπτοντας μία απόσταση 700 χιλιομέτρων και απόσταση 100 χιλιομέτρων μεταξύ παρατηρητηρίων. Στην Ιστορία αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι με φωτεινά σήματα η βασίλισσα Θεοδώρα το 532 μ.Χ. ειδοποίησε για να καταστείλουν την στάση του Νίκα.
Άλλο ένα σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης με φωτιές ήταν και το ωρονόμιο  του Θεσσαλονικιού φιλόσοφου Λέοντα το 790 μ.Χ.. Το σύστημα αυτό σε συνδιασμό με ειδικά ρολόγια , ειδοποιούσε έγκαιρα τους Βυζαντινούς  για τις αραβικές επιδρομές. Το ωρονόμιο κωδικοποιούσε με την χρήση ενός ρολογιού τον αριθμό των υψωμάτων του πυρσού(δηλαδή ανάλογα με την ώρα και το πόσες φορές υψωνόταν ο πυρσός , σήμαινε και διαφορετικό μήνυμα). Το σύστημα αχρηστέυτηκε επί βασιλείας Μιχαήλ Γ΄, πιθανώς γιατί οι νίκες του μείωσαν την αναγκαιότητά του και τέθηκε πάλι σε χρήση από τον Μανουήλ τον Α`. [Ιστορική εξέλιξη των τηλεπικοινωνιών στη χώρα μας .Δ.Σκανδαράς].
Ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος αναφέρει ότι ένα μήνυμα έκανε μία περίπου ώρα για να ληφθεί στην  Κωνσταντινούπολη με μέσο όρο λήψης και αναμετάδωσης από σταθμό σε σταθμό πέντε με οκτώ λεπτά. Αυτό το τηλεπικοινωνιακό σύστημα των βυζαντινών το χρησιμοποίησαν και οι Σταυροφόροι μετά από την προσωρινή κατάκτηση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας το 1204 μ.Χ. 

Πάσχος Βασίλης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου